Γιάννης Ρίτσος - Ἀπροσάρμοστοι
Τέτοια ζωὴ μᾶς μέλλονταν, νὰ γράφουμεν ἐπιστολὲςποὺ νὰ μὴ στέλνουμε ἀπὸ μίαν ἀξήγητη δειλίαμονάχα νὰ τὶς δένουμε σὲ κορδελίτσες παρδαλὲςκαὶ νὰ τὸ βρίσκουμε καὶ τοῦτο ἀσήμαντη ἀσχολία.
Τέτοια ζωὴ μᾶς μέλλονταν, νὰ γράφουμεν ἐπιστολὲςποὺ νὰ μὴ στέλνουμε ἀπὸ μίαν ἀξήγητη δειλίαμονάχα νὰ τὶς δένουμε σὲ κορδελίτσες παρδαλὲςκαὶ νὰ τὸ βρίσκουμε καὶ τοῦτο ἀσήμαντη ἀσχολία.
Νὰ πάλλεται βαθιὰ ἡ καρδιά, ποὺ ἄξια εἴτανε γιὰ τὰ καλά,κι ὅμως νὰ ζοῦμε πάντοτε στὴ σκοτισμένη ἀφάνεια·οἱ ταπεινοὶ πατώντας μας νὰ δείχνουν μέτωπο ψηλὰκαὶ τὰ δικά μας ἄπρεπα νὰ φέρουνε στεφάνια.
Τὸ πρόσωπό μας νὰ φορεῖ φρίκης γκριμάτσα τραγική,φιλάρεσκα ν᾿ ἀφήνουμε νὰ λὲν πὼς μᾶς πηγαίνεινὰ βλέπουμε νὰ φεύγει ἡ ζωὴ μακριά μας ξένη, βιαστικὴκαὶ νὰ περνᾶμε, ἀθόρυβα μισώντας, μισημένοι.
Τὸ κάθε τί, καὶ πιὸ πολὺ τ᾿ ὄνειρο, νὰ μᾶς τυραγνᾷτὰ βλέμματα τῶν διαβατῶν στὰ μάτια μας λεκέδες.Περήφανοι νὰ δείχνουμε κι ὅμως τὰ χέρια μας τ᾿ ἁγνὰνὰ κράτησαν καὶ νὰ κρατοῦν ἀκόμα μενεξέδες.
Νὰ λαχταροῦμε σὰν παιδάκια εὐαίσθητα κι ἀσθενικὰ-δικαίωση καὶ παρηγοριὰ τῆς ζωῆς μας- τὴν ἀγάπη κι ἂν κάποτε τὴ βρήκαμε νὰ μᾶς προσμένει μυστικὰὅμως τὸ χέρι ν᾿ ἁπλωθεῖ ζητώντας την ἐντράπη.
Τὰ μέτρια ν᾿ ἀποφεύγουμε μ᾿ ἀδιάλλαχτην ἀποστροφή,(ἀμετανόητοι κυνηγοὶ τοῦ Ὡραίου καὶ τοῦ Ἀπολύτου)νἆναι μας ἔπαθλο ἡ πληγή, τί μάταιο γνώση μας σοφὴ- ἡ χρυσὴ σμίλη δημιουργοῦ, κασμᾶς τοῦ καταλύτου.
Νὰ ξεκινᾶμε τὶς αὐγὲς καὶ πάνω μας μαῦροι οἰωνοὶοἱ ἀμφιβολίες νὰ μᾶς κρατοῦν στὴν ἴδια πάλι θέσηκ᾿ ἐμεῖς μ᾿ ἀηδία νὰ φτύνουμε τὸν ἑαυτό μας ποὺ θρηνεῖκαὶ νὰ φορᾶμε κόκκινο τῆς ἀνταρσίας τὸ φέσι.
Τότε νὰ ὀνειρευόμαστε μίαν ἀλλαγὴ κ᾿ εὐθὺς ξανὰνὰ σκύβουμε, σκλάβοι χλωμοί, σὲ ἱερὴ λατρεία τοῦ πόνου,τὶς ἧττες ν᾿ ἀνεμίζουμε φλάμπουρα νίκης φωτεινὰκι ἀξιοπρεπῶς νὰ παίρνουμε τὸ λάχτισμα καὶ τοῦ ὄνου.
Καχύποπτοι καὶ μίζεροι μέσα στὰ φρούρια τῆς σιωπῆςνὰ κλειδωνόμαστε ἄβουλοι, νὰ κάνουμ᾿ ἔτσι χάζιτὸν κόσμον ἐξετάζοντας πίσω ἀπ᾿ τὸν κύκλο μιᾶς ὀπῆςκαί, θαρραλέοι, σκιὰ μικροῦ πουλιοῦ νὰ μᾶς τρομάζει.
Δειλοὶ καὶ στὴν ἀγάπη μας μὰ καὶ στὸ μῖσος πιὸ δειλοὶκι ἀνίσχυροι κι ἀσάλευτοι νὰ ζοῦμε ἀνάμεσά τους,νὰ μᾶς πληγώνουν καὶ τὰ δυὸ καὶ νὰ μετρᾶμε σιωπηλοὶστὰ παγωμένα δάχτυλα τοὺς ἴδιους μας θανάτους.
Ἐχθροὺς νὰ ὑποψιαζόμαστε παντοῦ κ᾿ οἱ ὁλόφωτοι οὐρανοὶνὰ ἰσκιώνονται ἀπ᾿ τὸν ἴσκιο μας καί, φεύγοντας κινδύνους,νὰ ζοῦμε μόνοι πλέκοντας γιὰ τοὺς ἐχθροὺς δημίου σκοινὶκαὶ νὰ κρεμᾶμε ἐμεῖς ἐμᾶς ἀθῴους ἀντὶ γιὰ κείνους.

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου